κόραξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κόραξ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόραξ κόρακε κόρακες
Γενική κόρακος κοράκοιν κοράκων
Δοτική κόρακι κοράκοιν κόραξι(ν)
Αιτιατική κόρακα κόρακε κόρακας
Κλητική κόραξ κόρακε κόρακες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόραξ < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kor- / *ker-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόραξ αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) ο κόρακας, το κοράκι
    και στην καθαρεύουσα
  2. στρογγυλό κούτσουρο που μπαίνει κάτω από τα πλοία, για να διευκολύνει την μετακίνησή τους στην ξηρά
     συνώνυμα: φαλάγγιον