κόρδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόρδα κόρδες
γενική κόρδας κορδών
αιτιατική κόρδα κόρδες
κλητική κόρδα κόρδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόρδα < μεσαιωνική ελληνική κόρδα < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (δωρικός τύπος: χορδά) (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρδα θηλυκό

  1. (λόγιο) χορδή
  2. (λόγιο) πτέρυγα μοναστηριού (στην οποία συνήθως βρίσκονται τα κελιά)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόρδα κόρδα κόρδαι
Γενική κόρδης κόρδαιν κορδῶν
Δοτική κόρδ κόρδαιν κόρδαις
Αιτιατική κόρδαν κόρδα κόρδας
Κλητική κόρδα κόρδα κόρδαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόρδα < μεσαιωνική ελληνική κόρδα < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (δωρικός τύπος: χορδά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρδα θηλυκό

  1. χορδή
  2. (συνεκδοχικά) έγχορδο μουσικό όργανο
  3. (συνεκδοχικά) γιορτή (στην οποία ακούγεται μουσική)
  4. χορδή τόξου
  5. (συνεκδοχικά) τόξο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]