κόρες

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

κόρες

  1. κόρα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού