κόρις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόρις κόρει κόρεις
Γενική κόρεως κορέοιν κόρεων
Δοτική κόρει κορέοιν κόρεσι(ν)
Αιτιατική κόριν κόρει κόρεις
Κλητική κόρι κόρει κόρεις
Η γενική ενικού έχει και τους τύπους κόριος & κόριδος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόρις < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *koris

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρις αρσενικό

  1. (εντομολογία) παράσιτο έντομο, κοριός, κόριζα (Cimex lectularius)
  2. (ιχθυολογία) είδος ψαριού, ο γύλος (coris Julis)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ἔσχαρος
  3. (βοτανική) είδος φυτού το κορίανδρο / κόλιαντρο
  4. γυναικείο κόσμημα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]