κόρνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόρνα < λατινικά corna

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρνα θηλυκό

  1. ηχητικό όργανο οχημάτων που χρησιμοποιείται για προειδοποιητικούς λόγους
    δείτε τη λέξη κλάξον
  2. τύπος μεγαφώνου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]