κόρνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόρνα < λατινικά corna

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρνα θηλυκό

  1. ηχητικό όργανο το οποίο υπάρχει στ' αυτοκίνητα και ο οδηγός του το χρησιμοποιεί για να προειδοποιεί τους οδηγούς των άλλων αυτοκινήτων.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]