κόσκινο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόσκινο κόσκινα
γενική κόσκινου κόσκινων
αιτιατική κόσκινο κόσκινα
κλητική κόσκινο κόσκινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόσκινο < μεσαιωνική ελληνική κόσκινον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόσκινο ουδέτερο

  1. στρογγυλό σκεύος με ξύλινο συνήθως πλαίσιο και επίπεδο μεταλλικό διάτρητο πυθμένα, το οποίο συγκρατεί από ένα υλικό σε μορφή κόκκων ή σκόνης τα ξένα σώματα ή τους μεγαλύτερους από το κανονικό κόκκους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]