κότσιρος
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κότσιρος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κότσιρος αρσενικό
- η κουράδα
- (μειωτικό, μεταφορικά, για ανάξιους ανθρώπους) κοπρίτης, αχρείος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σελ. 606 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄
- κότσιρος - Γιώργος Β. Γεωργίου, Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi