κότσυφας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κότσυφας οι κότσυφες
      γενική του κότσυφα των κοτσύφων
    αιτιατική τον κότσυφα τους κότσυφες
     κλητική κότσυφα κότσυφες
Παράρτημα
κότσυφας

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κότσυφας < μεσαιωνική ελληνική κότσυφος < αρχαία ελληνική κόσσυφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɔ.ʦi.fas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κότσυφας αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]