κόφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόφτης οι κόφτες
      γενική του κόφτη των κοφτών
    αιτιατική τον κόφτη τους κόφτες
     κλητική κόφτη κόφτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένας μικρός κόφτης για σύρματα.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόφτης < (κόβω) κοπ- (όπως κόπτω) + -της με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft] [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈko.ftis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κό‐φτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόφτης αρσενικό

  1. εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη και χρησιμοποιείται για να κόβει μεταλλικά αντικείμενα, από σύρματα μέχρι λουκέτα.
  2. ο παίκτης που έχει ως αποστολή να "κόβει" (να ανακόπτει) επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου
    χρειάζεται παράθεμα


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη κόβω

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]