κόφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόφτης < κόβω
ένας μικρός κόφτης για σύρματα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόφτης αρσενικό

  1. εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη και χρησιμοποιείται για να κόβει μεταλλικά αντικείμενα, από σύρματα μέχρι λουκέτα.
  2. χαρακτηρισμός για καθηγητή που έχει τη φήμη ότι "κόβει" (δίνει απορριπτική βαθμολογία σε) μεγάλο αριθμό μαθητών/φοιτητών του
  3. ο παίκτης που έχει ως αποστολή να "κόβει" (να ανακόπτει) επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]