κόψιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόψιμο κοψίματα
γενική κοψίματος κοψιμάτων
αιτιατική κόψιμο κοψίματα
κλητική κόψιμο κοψίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόψιμο < μεσαιωνική ελληνική κόψιμο < κόβω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόψιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια με την οποία κόβω κάτι, το διαιρώ ή αποκόπτω ένα τμήμα του, η κοπή
  2. η λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας
  3. η διακοπή μιας συνήθειας
  4. η μορφή, το σχέδιο ενός ρούχου
  5. (παιγνιόχαρτα) η μετακίνηση ενός τμήματος της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της που γίνεται μετά το ανακάτεμα και πριν το μοίρασμα
  6. (αθλητισμός) η αμυντική ενέργεια που απομακρύνει τη μπάλα από το στόχο της
  7. (εξετάσεις, διαγωνισμοί) η αποτυχία σε γραπτές εξετάσεις
  8. (μαγειρική) η αλλοίωση της όψης και της γεύσης μιας κρέμας που συμβαίνει όταν κατά την παρασκευή της βράσει το αυγό που περιέχεται στα υλικά της
  9. επείγουσα ανάγκη για κένωση του εντέρου που συνοδεύεται από οξύ πόνο
    δείτε τη λέξη: διάρροια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]