Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύκνος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κύκνος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κύκνος οι κύκνοι
      γενική του κύκνου των κύκνων
    αιτιατική τον κύκνο τους κύκνους
     κλητική κύκνε κύκνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένας κύκνος.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύκνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύκνος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈci.knos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κύκνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύκνος αρσενικό

  1. (πτηνό) μεγάλο νηκτικό πτηνό (όπως το είδος Cygnus olor), συνήθως λευκό, με μεγάλο και ευέλικτο λαιμό που διακρίνεται για την ομορφιά του
    παράδειγμα  «Η Λίμνη των κύκνων» είναι μουσικό έργο για μπαλέτο του Tσαϊκόφσκι.
    παράδειγμα  λαιμός κύκνου (πολύ λεπτός, ψηλός και όμορφος λαιμός)
  2. για τον αστερισμό  δείτε Κύκνος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύκνος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύκνος αρσενικό

  • (πτηνό) κύκνος
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 316 (315-317)
    οἳ δὲ κατ᾽ αὐτὸν | κύκνοι ἀερσιπόται μεγάλ᾽ ἤπυον, οἵ ῥά τε πολλοὶ | νῆχον ἐπ᾽ ἄκρον ὕδωρ· παρὰ δ᾽ ἰχθύες ἐκλονέοντο·
    Στα μέρη του | κύκνοι φωνάζαν δυνατά καθώς ψηλά πετούσαν, μα οι πιο πολλοί | απάνω στο νερό κολύμπαγαν. Δίπλα χοροπηδούσαν ψάρια.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr