κύπελλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κύπελλο τα κύπελλα
      γενική του κυπέλλου των κυπέλλων
    αιτιατική το κύπελλο τα κύπελλα
     κλητική κύπελλο κύπελλα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κύπελλο < αρχαία ελληνική κύπελλον (στο (3) και (4) (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) coupe)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κύπελλο ουδέτερο

  1. είδος ποτηριού
  2. (συνεκδοχικά) η ποσότητα του υγρού που υπάρχει στο (1)
  3. (αθλητισμός) το έπαθλο που δίνεται στο νικητή αθλητικής διοργάνωσης (συνήθως περίτεχνο (1) και μεταλλικό, σε σχήμα αμφορέα ή κύλικα - όμως δεν δίνεται πάντα κυπελλόμορφο κύπελλο)
     συνώνυμα: βραβείο, έπαθλο, κούπα, τρόπαιο
  4. (συνεκδοχικά) (αθλητισμός) η αθλητική διοργάνωση στην οποία δίνεται κύπελλο (3)
  5. το περίβλημα διαφόρων φυτικών καρπών


Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]