κύπελλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κύπελλο | τα | κύπελλα |
| γενική | του | κυπέλλου & κύπελλου |
των | κυπέλλων |
| αιτιατική | το | κύπελλο | τα | κύπελλα |
| κλητική | κύπελλο | κύπελλα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κύπελλο < Σημασία 1 (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύπελλον[1][2][3]. Σημασίες 2 και 3 σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coupe την γερμανική Becher[1] και την αγγλική cup[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈci.pe.lo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κύ‐πελ‐λο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κύπελλο ουδέτερο
- είδος πλατιού και χαμηλού ποτηριού, συνήθως με ένα αφτί
γυάλινο/μεταλλικό/πήλινο κύπελλο με γάλα/κρασί/νερό
(αρχαιολογία) αττικό/ερυθρόμορφο/χρυσό κύπελλο
- (αθλητισμός) το έπαθλο που δίνεται στον νικητή αθλητικής διοργάνωσης (συνήθως περίτεχνο και μεταλλικό, σε σχήμα αμφορέα ή κύλικα)
- (συνεκδοχικά, αθλητισμός, με κεφαλαίο Κ) η αθλητική διοργάνωση στην οποία δίνεται κύπελλο
Παγκόσμιο Κύπελλο → δείτε τη λέξη μουντιάλ και Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου
Κύπελλο κυπελλούχων ΟΥΕΦΑ (το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης)
Κύπελλο Πρωταθλητριών (Ομάδων) (το Τσάμπιονς Λιγκ)
- ≈ συνώνυμα: γιούρο, ευρωμπάσκετ, πρωτάθλημα
- > υπερώνυμα: αγώνας
- (σε αθλητικούς αγώνες) «κύ-πε-λλόο! κύ-πε-λλόο!» ρυθμικές και ενθουσιώδεις ιαχές όταν οι φίλαθλοι κάποιας ομάδας, ιδίως καλαθοσφαιρικής, την βλέπουν να παίζει εξαιρετικά καλά[3]
- (συνεκδοχικά, αθλητισμός, με κεφαλαίο Κ) η αθλητική διοργάνωση στην οποία δίνεται κύπελλο
- (βοτανική) το ξυλώδες, συχνά αγκαθωτό περίβλημα διαφόρων φυτικών καρπών όπως της βελανιδιάς ή της καστανιάς
Φυτά που οι καρποί τους περιβάλλονται από κύπελλο ονομάζονται κυπελλοφόρα.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 κύπελλο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 κύπελλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- 1 2 κύπελλο - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Βοτανική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
