κύστη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύστη κύστεις
γενική κύστης
& κύστεως
κύστεων
αιτιατική κύστη κύστεις
κλητική κύστη κύστεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κύστη < αρχαία ελληνική κύστις < κύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱeuh₁- (φουσκώνω, πρήζομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κύστη θηλυκό

  1. (ανατομία) υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
  2. θύλακας ελαστικός, φούσκα
  3. νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
  4. ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους
    δείτε τη λέξη: παγοκύστη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]