Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύστις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ κύστῐς αἱ κύστεις
      γενική τῆς κύστεως
κυστίος
κύστιδος
τῶν κύστεων
      δοτική τῇ κύστει ταῖς κύστεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν κύστῐν τὰς κύστεις
     κλητική ὦ! κύστῐ κύστεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κύστει
γεν-δοτ τοῖν  κυστέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύστις < → λείπει η ετυμολογία + -τις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύστις -εως, -ίος και -ιδος θηλυκό

  1. κύστη, φούσκα
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 67 (66-67)
    βεβλήκει γλουτὸν κατὰ δεξιόν· ἡ δὲ διαπρὸ | ἀντικρὺ κατὰ κύστιν ὑπ᾽ ὀστέον ἤλυθ᾽ ἀκωκή·
    και τον κτυπά στο δεξιό μερί και αντίκρ᾽ η λόγχη | στην φούσκαν βγαίνει, αφού περνά στο κόκαλο αποκάτω.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
  2. (ιατρική) (στον πληθυντικό) (αἱ κύστιδες): οι σακούλες κάτω από τα μάτια
  3. (για τον άνεμο, όταν φουσκώνει τα σύννεφα): φούσκα
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 405 (404-405)
    ὅταν εἰς ταύτας ἄνεμος ξηρὸς μετεωρισθεὶς κατακλεισθῇ, | ἔνδοθεν αὐτὰς ὥσπερ κύστιν φυσᾷ,
    Ξερός άνεμος όταν ανέβει ψηλά και κλειστεί από παντού σε νεφέλη, | από μέσα φυσώντας πολύ δυνατά τη φουσκώνει σα φούσκα
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
  4. (βιολογία) πληγή στη ράχη αλόγου

Εκφράσεις

[επεξεργασία]