κύτταρον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | κύτταρον | τὰ | κύτταρᾰ |
| γενική | τοῦ | κυττάρου | τῶν | κυττάρων |
| δοτική | τῷ | κυττάρῳ | τοῖς | κυττάροις |
| αιτιατική | τὸ | κύτταρον | τὰ | κύτταρᾰ |
| κλητική ὦ! | κύτταρον | κύτταρᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κυττάρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κυττάροιν | ||
| Δείτε και τη μορφή αρσενικού κύτταρος. | ||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κύτταρον ουδέτερο
- μορφή ουδέτερου για το αρσενικό κύτταρος
Πηγές
[επεξεργασία]- κύτταρον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με πολλαπλά γένη και κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά ή ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)