κύφωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κύφωση | οι | κυφώσεις |
| γενική | της | κύφωσης* | των | κυφώσεων |
| αιτιατική | την | κύφωση | τις | κυφώσεις |
| κλητική | κύφωση | κυφώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, κυφώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κύφωση < αρχαία ελληνική κύφωσις < κυφός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κύφωση θηλυκό
- (ανατομία) (ιατρική) το να είναι κάποιος κυφός, να έχει κύρτωση της σπονδυλικής στήλης στην πλάτη, να έχει καμπούρα
- ※ Οι ενδείξεις για την χρήση του κηδεμόνα πλάτης είναι η κύφωση, η σκολίωση και σπάνια η σπονδυλολίσθηση. (Κηδεμόνες – Πρακτικές Οδηγίες για τον Κηδεμόνα, Κηδεμόνας πλάτης – Ενδείξεις, ανακτήθηκε στις 23/11/2025 )
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)