Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύφωσης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

κύφωσης θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]