κώδικας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κώδικας οι κώδικες
      γενική του κώδικα των κωδίκων
    αιτιατική τον κώδικα τους κώδικες
     κλητική κώδικα κώδικες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κώδικας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κῶδιξ από την αιτιατική «τὸν κώδικα» < λατινική codex

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈko.ði.kas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κώ‐δι‐κας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κώδικας αρσενικό

  1. (φιλολογία) αρχαίο ή παλαιό χειρόγραφο βιβλίο από διάφορα υλικά (πάπυρος, περγαμηνή, χαρτί)
    Στο κριτικό υπόμνημα των στερεότυπων εκδόσεων αναφέρονται οι διαφορετικές εκδοχές του αρχαίου κειμένου που συναντάμε στους διάφορους κώδικες.
    δείτε τη λέξη κύλινδρος και τις συτνομογραφίες cod. & codd. για τη λατινική codex
  2. (νομικός όρος) σύνολο νόμων
    κώδικας πολιτικής δικονομίας
    δείτε και τη λέξη κωδίκελλος
  3. σύνολο συμβάσεων και άγραφων νόμων
    κώδικας τιμής
  4. σύνολο σημείων οργανωμένων σε ένα σύστημα που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας
    ο γλωσσικός κώδικας
  5. σύνολο συμβόλων για την κρυπτογράφηση και αποκρυπτογράφηση ενός μηνύματος
  6. ταχυδρομικός κώδικας: ο πενταψήφιος αριθμός που χαρακτηρίζει το ταχυδρομικό γραφείο μιας περιοχής
  7. (βιολογία) γενετικός κώδικας: η αλληλουχία των γονιδίων που αποτελούν το DNA ενός ζωντανού οργανισμού
  8. (πληροφορική) code: ο πηγαίος κώδικας ή μέρος αυτού, ενός προγράμματος, το κείμενο που είναι γραμμένο σε μια γλώσσα προγραμματισμού και περιέχει τις εντολές που πρέπει να εκτελέσει ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής
    δείτε και τη λέξη ψευδοκώδικας

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]