κώφωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κώφωση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κώφωση θηλυκό

  1. η ιδιότητα του κωφού· το να είναι ή να γίνεται κάποιος κωφός
  2. (γλωσσολογία) η μετατροπή ενός ανοιχτού φωνήεντος σε κλειστό
    στις βόρειες διαλέκτους παρουσιάζεται το φαινόμενο της κώφωσης· έτσι το ε προφέρεται ι και το ο προφέρεται ου'

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]