Μετάβαση στο περιεχόμενο

κἀκεῖσε

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κἀκεῖσε < κράση του καὶ + ἐκεῖσε

Επίρρημα

[επεξεργασία]

κἀκεῖσε (τοπικό επίρρημα)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

τῇδε κἀκεῖσε