κῆρυξ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| κηρῡκ- επίσης: κήρῠκας, κήρῠκι | |||||
| ονομαστική | ὁ/ἡ | κῆρυξ | οἱ/αἱ | κήρυκες | |
| γενική | τοῦ/τῆς | κήρυκος | τῶν | κηρύκων | |
| δοτική | τῷ/τῇ | κήρυκῐ | τοῖς/ταῖς | κήρυξῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | κήρυκᾰ | τοὺς/τὰς | κήρυκᾰς | |
| κλητική ὦ! | κῆρυξ | κήρυκες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κήρυκε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | κηρύκοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κῆρυξ < αβέβαιης ετυμολογίας, ρίζα ίσως κοινή με τις λέξεις ἕταρος, ἑταῖρος και πιθανόν με το ἔθος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: κήρυκας από την αιτιατική ενικού κήρυκα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κῆρυξ αρσενικό και σπανιότερα θηλυκό
- δημόσιος αγγελιοφόρος
- ※ 1ος/2ος αιώνας κε ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σόλων, 8.2
- αὐτὸς κῆρυξ ἦλθον ἀφ᾽ ἱμερτῆς Σαλαμῖνος,
- Ήρθα με δική μου πρωτοβουλία ως κήρυκας από την αγαπημένη Σαλαμίνα,
- Μετάφραση (2012), Α.Ι. Γιαγκόπουλος-Ζ.Ε. Μαλαθούνη, @greek‑language.gr
- αὐτὸς κῆρυξ ἦλθον ἀφ᾽ ἱμερτῆς Σαλαμῖνος,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 468 (στίχοι 468-469)
- ὡμήρησε δέ μοι παρ᾽ ἑταίρων ἄγγελος ὠκύς, | κῆρυξ, ὃς δὴ πρῶτος ἔπος σῇ μητρὶ ἔειπεν.
- Σ᾽ αυτό με πρόλαβε, πιο γρήγορος, άλλος μαντατοφόρος, | δικός σου σύντροφος, ο κήρυκας, που πρώτος είπε στη μητέρα σου το νέο.
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ὡμήρησε δέ μοι παρ᾽ ἑταίρων ἄγγελος ὠκύς, | κῆρυξ, ὃς δὴ πρῶτος ἔπος σῇ μητρὶ ἔειπεν.
- ※ 1ος/2ος αιώνας κε ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σόλων, 8.2
- διαλαλητής, κράχτης
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- δωρικός τύπος : κᾶρυξ
- , απαντά και θηλυκό κηρύκαινα)
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
κηρυκ-
κηρυκ-
- ἀκηρυκτεί
- ἀκήρυκτος
- ἀνακήρυκτος
- ἀνακήρυξις
- ἀνεπικηρύκευτος
- ἀντικῆρυξ
- ἀποκήρυκτος
- ἀοιδοκῆρυξ
- ἀποκήρυξις
- αὐτοκῆρυξ
- διακηρυκεύομαι
- διακήρυξις
- δρομοκῆρυξ
- ἐκκηρυγμός
- ἐκκήρυκτος
- ἐπικήρυγμα
- ἐπικηρυκεία
- ἐπικηρύκευμα
- ἐπικηρυκεύομαι
- ἐπικήρυκτος
- ἐπικήρυξις
- θεοκῆρυξ
- ἱεροκηρυκεύω
- ἱεροκηρυκέω
- ἱεροκῆρυξ
- κεκηρυγμένως
- κήρυγμα
- κηρυγμός
- κηρύκαινα
- κηρυκεία
- κηρύκειον
- κηρύκειος
- κηρύκευμα
- κηρύκευσις
- κηρυκεύω
- κηρυκηΐη
- κηρυκίδαι
- κηρυκικός
- κηρύκινος
- κηρυκιοειδής
- κηρυκιοφόρος
- κηρύκιον
- κηρυκτικός
- κηρυκτός
- κηρυκώδης
- κηρύσσω, κηρύττω & συγγενικά
- κήρυξις
- προανακήρυξις
- προκήρυγμα
- προκηρυκεύομαι
- προσκηρυκεύομαι
- προκήρυξις
- στρατοκῆρυξ
- ὑποκήρυγμα
- ψευδοκῆρυξ
Πηγές
[επεξεργασία]- κῆρυξ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κῆρυξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)