Μετάβαση στο περιεχόμενο

κῆϋξ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κῆϋξ, κήϋξ, Κήϋξ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κηῡκ-
ονομαστική κῆϋξ οἱ κήϋκες
      γενική τοῦ κήϋκος τῶν κηΰκων
      δοτική τῷ κήϋκ τοῖς κήϋξ(ν)
    αιτιατική τὸν κήϋκ τοὺς κήϋκᾰς
     κλητική ! κῆϋξ κήϋκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κήϋκε
γεν-δοτ τοῖν  κηΰκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κῆϋξ < (ηχομιμητική λέξη)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κῆϋξ αρσενικό