κῦμα

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κύμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [edit]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική κῦμα κύματε κύματα
Γενική κύματος κυμάτοιν κυμάτων
Δοτική κύματι κυμάτοιν κύμασι
Αιτιατική κῦμα κύματε κύματα
Κλητική κῦμα κύματε κύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

κῦμα < κύω + -μα (αυτό που "φουσκώνει")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

κῦμα ουδέτερο

  1. κύμα
    τὸν δ' ἄρα δεῦρ' ἄνεμός τε φέρων καὶ κῦμα πέλασσε (Όμηρος, Οδύσσεια ε)
  2. κύημα

Σύνθετα[edit]

Open book icon.png Αναφορές[edit]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883