Μετάβαση στο περιεχόμενο

κῦρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κῦρος, κύρος, κῦρος, κυρός

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κῦρος τὰ κύρη - κύρε
      γενική τοῦ κύρους - κύρεος τῶν κυρῶν - κυρέων
      δοτική τῷ κύρει - κύρεῐ̈ τοῖς κύρεσ(ν)
    αιτιατική τὸ κῦρος τὰ κύρη - κύρεα
     κλητική ! κῦρος κύρη - κύρεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κύρει - κύρεε
γεν-δοτ τοῖν  κυροῖν - κυρέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κῦρος < αναδρομικός σχηματισμός από το κύριος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱewh₁-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κῦρος, -ους ουδέτερο

  1. η ανώτατη εξουσία, η αρχή, η ύψιστη δύναμη
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 391
    δεῖ τοί σε φεύγειν κατὰ νόμους τοὺς οἴκοθεν, ὡς οὐκ ἔχουσιν κῦρος οὐδὲν ἀμφὶ σοῦ.
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 6 (Ἐρατώ), 109
    καὶ κῶς ἐς σέ τοι τούτων ἀνήκει τῶν πρηγμάτων τὸ κῦρος ἔχειν, νῦν ἔρχομαι φράσων.
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Ε, 38
    αἵπερ ἅπαν τὸ κῦρος ἔχουσιν
  2. επιβεβαίωση, εγκυρότητα, επικύρωση, ασφάλεια
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 1779
    πάντως γὰρ ἔχει τάδε κῦρος.

Παράγωγα

[επεξεργασία]