λάβρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : λαύρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάβρα λάβρες
γενική λάβρας (λαβρών)
αιτιατική λάβρα λάβρες
κλητική λάβρα λάβρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάβρα < μεσαιωνική ελληνική λάβρα < αρχαία ελληνική λάβρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈla.vɾa/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάβρα θηλυκό

  1. καύσωνας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κάψα
  2. (μεταφορικά) έντονη ψυχική και συναισθηματική κατάσταση, υπερδιέγερση
  3. (μεταφορικά) πολύ δυνατός έρωτας, σεξουαλική ορμή, έξαψη, πόθος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. ο καύσωνας
  2. κάποιος πολύ εκνευρισμένος
    άσ’ τον ήσυχο σήμερα, είναι φωτιά και λάβρα
  3. κάτι πανάκριβο
    τα ρούχα σήμερα είναι φωτιά και λάβρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

λάβρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]