λάβρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λάβρος λάβρα λάβρο
γενική λάβρου λάβρας λάβρου
αιτιατική λάβρο λάβρα λάβρο
κλητική λάβρε λάβρα λάβρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λάβροι λάβρες λάβρα
γενική λάβρων λάβρων λάβρων
αιτιατική λάβρους λάβρες λάβρα
κλητική λάβροι λάβρες λάβρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάβρος < αρχαία ελληνική λάβρος

Επίθετο[επεξεργασία]

λάβρος, -η/-α, -ο

  1. που χαρακτηρίζεται από σφοδρότητα και ορμητικότητα· σφοδρός, βίαιος
    ο βουλευτής επιτέθηκε λάβρος εναντίον της κυβέρνησης
  2. κάποιος που επιτίθεται άγρια και πάντοτε με λόγια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάβρος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

λάβρος, -α, -ον

  1. λάβρος, ορμητικός
  2. βιαστικός
  3. λαίμαργος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]