λάβρυς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάβρυς λάβρυε λάβρυες
Γενική λάβρυος λαβρύοιν λαβρύων
Δοτική λάβρυϊ λαβρύοιν λάβρυσι(ν)
Αιτιατική λάβρυν λάβρυε λάβρυς
Κλητική λάβρυ λάβρυε λάβρυες
Minoische Kultgegenstaende - Doppelaxt.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάβρυς < προέλευση λυδική. Συγγενές: λαβύρινθος[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάβρυς θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Hofmann, J. B. Ἐτυμολογικόν Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Μτφρ: Αντώνιος Δ. Παπανικολάου. Αθήνα: 1974. (Γερμανικά: Etymologisches Wörterbuch des Griechischen. Munich: R. Oldenbourg, 1949.)

Πηγές[επεξεργασία]