Μετάβαση στο περιεχόμενο

λάγυνος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
αρσενικό ή θηλυκό
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λάγῡνο- ή λάγῠνο-
ονομαστική
λάγυνος οἱ
αἱ
λάγυνοι
      γενική τοῦ
τῆς
λαγύνου τῶν λαγύνων
      δοτική τῷ
τῇ
λαγύν τοῖς
ταῖς
λαγύνοις
    αιτιατική τὸν
τὴν
λάγυνον τοὺς
τὰς
λαγύνους
     κλητική ! λάγυνε λάγυνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λαγύνω
γεν-δοτ τοῖν  λαγύνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «Αἴγυπτος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λάγυνος < άγνωστης ετυμολογίας
Πιθανώς δάνεια λέξη από τη χεττιτική 𒆷𒄩𒉌 (lahanni-, μπουκάλι). Συγκρίνετε με τη μορφή λάγηνος.

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • η λέξη είχε αρχικά αρσενικό γένος, μεταγενέστερα απέκτησε θηλυκό γένος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λάγυνος, -ου αρσενικό ή θηλυκό

  1. λαγήνι, στάμνα
  2. (μονάδα μέτρησης) είδος μέτρου χωρητικότητας δώδεκα κοτυλών

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]