λάθυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάθυρος < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάθυρος αρσενικό

  1. ως λέξη ταυτίζεται πλέον με το λαθούρι, φυτό που με τη σειρά του ταυτίζεται με τη φάβα, επειδή στην Ελλάδα αυτή παρασκευάζεται κυρίως από το ήμερο λαθούρι (lathyrus sativus)
  2. γένος φυτών με 160 είδη, ένα από α οποία είναι και το ήμερο λαθούρι