λάκκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λάκκος οι λάκκοι
      γενική του λάκκου των λάκκων
    αιτιατική τον λάκκο τους λάκκους
     κλητική λάκκε λάκκοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάκκος < αρχαία ελληνική λάκκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lókus (γούρνα, νερόλακκος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈla.kɔs/
συλλαβισμός: λάκ‐κος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάκκος αρσενικό

  1. κοιλότητα στο έδαφος ή γενικά σε οριζόντια επιφάνεια
  2. (μεταφορικά) τάφος
σκάβει το λάκκο του με τα ίδια του τα χέρια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάκκος λάκκω λάκκοι
Γενική λάκκου λάκκοιν λάκκων
Δοτική λάκκ λάκκοιν λάκκοις
Αιτιατική λάκκον λάκκω λάκκους
Κλητική λάκκε λάκκω λάκκοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάκκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lókus (γούρνα, νερόλακκος), συγγενές με το lacus (λατινικά)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάκκος αρσενικό

  1. τρύπα στο έδαφος
  2. φυσική ή τεχνητή λίμνη
  3. πρωτόγονη φυλακή ή θηριοτροφείο