λάκκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάκκος λάκκοι
γενική λάκκου λάκκων
αιτιατική λάκκο λάκκους
κλητική λάκκε λάκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάκκος < αρχαία ελληνική λάκκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lókus (γούρνα, νερόλακκος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάκκος αρσενικό

  1. κοιλότητα στο έδαφος ή γενικά σε οριζόντια επιφάνεια
  2. (μεταφορικά) τάφος
σκάβει το λάκκο του με τα ίδια του τα χέρια

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάκκος λάκκω λάκκοι
Γενική λάκκου λάκκοιν λάκκων
Δοτική λάκκ λάκκοιν λάκκοις
Αιτιατική λάκκον λάκκω λάκκους
Κλητική λάκκε λάκκω λάκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάκκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lókus (γούρνα, νερόλακκος), συγγενές με το lacus (λατινικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάκκος αρσενικό

  1. τρύπα στο έδαφος
  2. φυσική ή τεχνητή λίμνη
  3. πρωτόγονη φυλακή ή θηριοτροφείο