λάλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάλος < αρχαία ελληνική λάλος (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂-[1]) < (ηχομιμητική λέξη)[1]

Επίθετο[επεξεργασία]

λάλος αρσενικό, λάλος θηλυκό, λάλον ουδέτερο

  1. φλύαρος, πολύ ομιλητικός, πολύλογος
  2. (μεταφορικά) αυτός που παράγει ήχο μονότονο ως φλυαρία
  3. ως αντικείμενο, ομιλών, λαλών, φλυαρώντας, πάρλας
  4. (ουσιαστικοποιημένο) η οχλοβοή

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Παραθετικά: (συγκριτικός) λαλίστερος, (υπερθετικός) λαλίστατος

ο τάδε υπήρξε λαλίστατος πολιτικός
  1. 1,0 1,1 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.