λάμψις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λάμψις λάμψει λάμψεις
Γενική λάμψεως λαμψέοιν λάμψεων
Δοτική λάμψει λαμψέοιν λάμψεσι(ν)
Αιτιατική λάμψιν λάμψει λάμψεις
Κλητική λάμψι λάμψει λάμψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάμψις < λάμπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lap- (λάμπω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάμψις θηλυκό

  1. λάμψη, ακτινοβολία
  2. (μεταφορικά) λαμπρότητα, αίγλη, δόξα