λέγνον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λέγνον λέγνω λέγνα
Γενική λέγνου λέγνοιν λέγνων
Δοτική λέγν λέγνοιν λέγνοις
Αιτιατική λέγνον λέγνω λέγνα
Κλητική λέγνον λέγνω λέγνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λέγνον < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λέγνον ουδέτερο

  1. (ελληνιστική κοινή) (χρωματιστή) ούγια, παρυφή ενός ιματίου
  2. (ελληνιστική κοινή) (ανατομία) οι παρυφές της μήτρας