λέμφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λέμφος < μεταγενέστερη ελληνική λέμφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λέμφος θηλυκό

  1. λεπτό πηχτό υγρό (παρόμοιο με το πλάσμα) αλλά που περιέχει λευκά αιμοσφαίρια και χυλό (γαλακτώδες υγρό) το οποίο μεταφέρεται στη ροή του αίματος μέσω των λεμφαγγείων


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]