Μετάβαση στο περιεχόμενο

λέξις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Λέξις, λῆξις

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λέξῐς αἱ λέξεις
      γενική τῆς λέξεως τῶν λέξεων
      δοτική τῇ λέξει ταῖς λέξεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν λέξῐν τὰς λέξεις
     κλητική ! λέξῐ λέξεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λέξει
γεν-δοτ τοῖν  λεξέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λέξις < λεκ-σις < λεγ-σις < λέγ(ω)[1][2] + -σῐς[3] (ουσιαστικό δηλωτικό της πράξης του λέγω)[4] Παραβάλετε την γλώσσα του Ησυχίου λέγμα «τὸ εἰπεῖν»
Δεν σχετίζεται με το λῆμμα που είναι από το λαμβάνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lék.sis/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /ˈlek.sis/ (1ος μ.Χ. αιώνας Αιγυπτιακή)
ΔΦΑ : /ˈlek.sis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λέξις, -εως θηλυκό

  1. λόγος, λόγια, έκφραση, ομιλία
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 3, 396c
    Ὁ μέν μοι δοκεῖ, ἦν δ’ ἐγώ, μέτριος ἀνήρ, ἐπειδὰν ἀφίκηται ἐν τῇ διηγήσει ἐπὶ λέξιν τινὰ ἢ πρᾶξιν ἀνδρὸς ἀγαθοῦ, ἐθελήσειν ὡς αὐτὸς ὢν ἐκεῖνος ἀπαγγέλλειν καὶ οὐκ αἰσχυνεῖσθαι ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μιμήσει
    Ο σωστός και μετρημένος άνθρωπος, όταν πρόκειται στη σειρά της ομιλίας του ν᾽ αναφέρει λόγια ή πράξη ενός επίσης σωστού ανθρώπου, θα προσπαθήσει να μιλήσει σαν να ήταν εκείνος ο ίδιος και δε θα ντραπεί γι᾽ αυτή τη μίμηση
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
     αντώνυμα: ᾠδή
  2. τρόπος ομιλίας, λεκτικό, ύφος, γλώσσα (λ.χ. στα δικαστήρια)
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Ἀπολογία Σωκράτους, p.17d
    νῦν ἐγὼ πρῶτον ἐπὶ δικαστήριον ἀναβέβηκα, ἔτη γεγονὼς ἑβδομήκοντα· ἀτεχνῶς οὖν ξένως ἔχω τῆς ἐνθάδε λέξεως.
    Πρώτη φορά τώρα, που είμαι εβδομήντα χρόνων, παρουσιάζομαι μπροστά σε δικαστήριο· αληθινά λοιπόν δε γνωρίζω καθόλου τη γλώσσα που μιλούν εδώ μέσα.
    Μετάφραση (1923): Παύλος Νιρβάνας. Αθήνα: Ελευθερουδάκης @greeklanguage.gr
  3. σπάνιος όρος ο οποίος χρειάζεται επεξήγηση
  4. το κείμενο ενός συγγραφέα κατ᾿ αντιδιαστολή προς την εξήγηση του κειμένου
  5. (στον πληθυντικό) «αἱ λέξεις»: το γλωσσάριο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λέξις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
  2. Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette.
  3. Δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός σελίδας.
    There is no such page number.
    /mode/1up λέγω (> DER > 3. λέξις) σελ. 841-2
     -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  4. LSJ - λέξις