λέχομαι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λέχομαι < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *legʰ- (ξαπλώνω). Ομόρριζο με τα γερμανική legen (ξαπλώνω), σλοβακική ležať (ξαπλώνω)
Ρήμα
[επεξεργασία]λέχομαι
- (αμετάβατο) ξαπλώνω σε κρεβάτι να κοιμηθώ
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 130
- ἣ δὲ τόσον μὲν ἔεργεν ἀπὸ χροὸς ὡς ὅτε μήτηρ
παιδὸς ἐέργῃ μυῖαν ὅθ’ ἡδέϊ λέξαται ὕπνῳ,
- ἣ δὲ τόσον μὲν ἔεργεν ἀπὸ χροὸς ὡς ὅτε μήτηρ
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 130
- (μεταβατικό) ξαπλώνω κάποιον σε κρέβατι να κοιμηθεί
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 635
- «λέξον νῦν με τάχιστα, διοτρεφές, ὄφρα καὶ ἤδη
ὕπνῳ ὕπο γλυκερῷ ταρπώμεθα κοιμηθέντες·
- «λέξον νῦν με τάχιστα, διοτρεφές, ὄφρα καὶ ἤδη
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 635
- (κατά τον Ησύχιο) κοιμάμαι
Κλίση
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]λέχ- (απαθής βαθμίδα)
λόχ- (ετεροιωμένη βαθμίδα)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λέχομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)