Μετάβαση στο περιεχόμενο

λέχομαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λέχομαι < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *legʰ- (ξαπλώνω). Ομόρριζο με τα γερμανική legen (ξαπλώνω), σλοβακική ležať (ξαπλώνω)

λέχομαι

  1. (αμετάβατο) ξαπλώνω σε κρεβάτι να κοιμηθώ
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 130
    ἣ δὲ τόσον μὲν ἔεργεν ἀπὸ χροὸς ὡς ὅτε μήτηρ
    παιδὸς ἐέργῃ μυῖαν ὅθ’ ἡδέϊ λέξαται ὕπνῳ,
  2. (μεταβατικό) ξαπλώνω κάποιον σε κρέβατι να κοιμηθεί
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 635
    «λέξον νῦν με τάχιστα, διοτρεφές, ὄφρα καὶ ἤδη
    ὕπνῳ ὕπο γλυκερῷ ταρπώμεθα κοιμηθέντες·
  3. (κατά τον Ησύχιο) κοιμάμαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

λέχ- (απαθής βαθμίδα)

λόχ- (ετεροιωμένη βαθμίδα)

Σύνθετα

[επεξεργασία]