λήκυθος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λήκυθος | οι | λήκυθοι |
| γενική | της | ληκύθου | των | ληκύθων |
| αιτιατική | τη | λήκυθο | τις | ληκύθους |
| κλητική | λήκυθε | λήκυθοι | ||
| Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λήκυθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήκυθος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λήκυθος θηλυκό
- (αρχαιολογία, κεραμική) δοχείο αρωματικού λαδιού, μυροδοχείο σε σχήμα φιάλης, με μια λαβή και με βαθύ στόμιο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
λήκυθος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | λήκυθος | αἱ | λήκυθοι |
| γενική | τῆς | ληκύθου | τῶν | ληκύθων |
| δοτική | τῇ | ληκύθῳ | ταῖς | ληκύθοις |
| αιτιατική | τὴν | λήκυθον | τὰς | ληκύθους |
| κλητική ὦ! | λήκυθε | λήκυθοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ληκύθω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ληκύθοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λήκυθος < προελληνική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λήκυθος θηλυκό
- (κεραμική) μικρού ή μεσαίου μεγέθους αγγείο σε σχήμα φιάλης, με μία λαβή, στενό λαιμό και βαθύ στόμιο, στο οποίο έβαζαν αρωματικά λάδια είτε για χρήση των ζώντων είτε για προσφορά στους νεκρούς
- (ελληνιστική σημασία)
- (ανατομία) ο χόνδρος του λάρυγγα ο οποίος προεξέχει, το μήλο του Αδάμ, το καρύδι
- (ρητορική, στον πληθυντικό) στομφώδη ρητορικά σχήματα, ρητορικός στολισμός του λόγου
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λήκυθος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άμπελος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Κεραμική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεραμική (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Ανατομία (ελληνιστική κοινή)
- Ρητορική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)