Μετάβαση στο περιεχόμενο

λήκυθος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λήκυθος οι λήκυθοι
      γενική της ληκύθου των ληκύθων
    αιτιατική τη λήκυθο τις ληκύθους
     κλητική λήκυθε λήκυθοι
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Λήκυθος

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λήκυθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λήκυθος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λήκυθος θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ λήκυθος αἱ λήκυθοι
      γενική τῆς ληκύθου τῶν ληκύθων
      δοτική τῇ ληκύθῳ ταῖς ληκύθοις
    αιτιατική τὴν λήκυθον τὰς ληκύθους
     κλητική ὦ! λήκυθε λήκυθοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ληκύθω
γεν-δοτ τοῖν  ληκύθοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λήκυθος < προελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λήκυθος θηλυκό

  1. (κεραμική) μικρού ή μεσαίου μεγέθους αγγείο σε σχήμα φιάλης, με μία λαβή, στενό λαιμό και βαθύ στόμιο, στο οποίο έβαζαν αρωματικά λάδια είτε για χρήση των ζώντων είτε για προσφορά στους νεκρούς
  2. (ελληνιστική σημασία)
    1. (ανατομία) ο χόνδρος του λάρυγγα ο οποίος προεξέχει, το μήλο του Αδάμ, το καρύδι
    2. (ρητορική, στον πληθυντικό) στομφώδη ρητορικά σχήματα, ρητορικός στολισμός του λόγου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]