Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίγδος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Λίγδος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ λίγδος οἱ λίγδοι
      γενική τοῦ λίγδου τῶν λίγδων
      δοτική τῷ λίγδῳ τοῖς λίγδοις
    αιτιατική τὸν λίγδον τοὺς λίγδους
     κλητική ὦ! λίγδε λίγδοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λίγδω
γεν-δοτ τοῖν  λίγδοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίγδος < συγγενής των λίγδα και λίγδην

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λίγδος αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (κουζινικά) το γουδί
    ≈ συνώνυμα: ἴγδις, θυεία
  2. καλούπι από πηλό
  3. στακτή κονία, αλισίβα που χρησιμοποιούνταν αντί για σαπούνι