Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίθο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

λίθο αρσενικό ή θηλυκό