λίμπουρας
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λίμπουρας → δείτε τη λέξη λίμπουρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λίμπουρας αρσενικό
- άλλη μορφή του λίμπουρος
Πηγές
[επεξεργασία]- λίμπουρας - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
- σελ. 636 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄