Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίνον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λῐνο-
ονομαστική τὸ λίνον τὰ λίν
      γενική τοῦ λίνου τῶν λίνων
      δοτική τῷ λίν τοῖς λίνοις
    αιτιατική τὸ λίνον τὰ λίν
     κλητική ! λίνον λίν
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λίνω
γεν-δοτ τοῖν  λίνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίνον < λείπει η ετυμολογία
Ήδη, μυκηναϊκή 𐀪𐀜 (ri-no)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λίνον [ῐ] ουδέτερο

  1. (φυτό) το λινάρι
     συνώνυμα: (ελληνιστική κοινή) λινάριον, κάρπασος
  2. οποιοδήποτε υλικό κατασκευασμένο από λινάρι
  3. (μεταφορικά) η ακολουθία, η κλωστή της μοίρας

Εκφράσεις

[επεξεργασία]