λίστρον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λίστρον λίστρω λίστρα
Γενική λίστρου λίστροιν λίστρων
Δοτική λίστρ λίστροιν λίστροις
Αιτιατική λίστρον λίστρω λίστρα
Κλητική λίστρον λίστρω λίστρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίστρον < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίστρον ουδέτερο

  1. εργαλείο για εξομάλυνση, λείανση ή γυάλισμα μιας επιφάνειας
  2. φτυάρι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]