λαβύρινθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λαβύρινθος οι λαβύρινθοι
      γενική του λαβυρίνθου
& λαβύρινθου
των λαβυρίνθων
& λαβύρινθων
    αιτιατική τον λαβύρινθο τους λαβυρίνθους
& λαβύρινθους
     κλητική λαβύρινθε λαβύρινθοι
όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
κλασικό σχεδιάγραμμα μονοδιαδρομικού λαβυρίνθου
τεχνητός λαβύρινθος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαβύρινθος < αρχαία ελληνική λαβύρινθος, αβέβαιης ετυμολογίας· πιθανή σχέση με το λάβρυς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈvi.ɾi.nθɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαβύρινθος αρσενικό

  1. (μυθολογία) ανάκτορο το οποίο κατασκεύασε ο Δαίδαλος για τον Μινώταυρο στην αρχαία Kρήτη με πολλά διαμερίσματα και πολύπλοκους διαδρόμους, που οι περισσότεροι κατέληγαν σε αδιέξοδο και μόνο ένας στην έξοδο
  2. ο φυσικός χώρος ή το οικοδόμημα που έχει πολύπλοκους διαδρόμους κι είναι δύσκολος ο προσανατολισμός σε αυτό ή η έξοδος από αυτό
  3. (συνεκδοχικά) κάθε παρόμοια διάταξη δρόμων, στοών κ.λπ. όπου είναι δύσκολο να προσανατολιστεί κάποιος
  4. παιχνίδι κατά το οποίο ο παίκτης πρέπει να βρει το τέρμα, την έξοδο περνώντας από περίπλοκες διαδρομές και αδιέξοδα. Παίζεται είτε σε σκίτσο σε χαρτί, είτε με ηλεκτρονικό τρόπο, είτε σε φυσικούς χώρους
  5. (μεταφορικά) καθετί πολύπλοκο και δύσκολο (π.χ. εγχείρημα, σκέψη, επιχείρημα) να το παρακολουθήσει ή να το κατανοήσει ή να το επιλύσει κάποιος π.χ. λόγοι λαβυρίνθοις ὄμοιοι (=λόγια που μοιάζουν με λαβύρνιθους - δύσληπτα -δυσνόητα )
  6. (ιατρική) το εσωτερικό μέρος του αυτιού, που αποτελείται από τον κοχλίας και την αίθουσα με του ημικυκλικούς σωλήνες και που η μη σωστή λειτουργία του επηρεάζει την ισορροπία του ανθρώπινου σώματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]