Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαγγίτα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαγγίτα οι λαγγίτες
      γενική της λαγγίτας
    αιτιατική τη λαγγίτα τις λαγγίτες
     κλητική λαγγίτα λαγγίτες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαγγίτα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /laŋˈɟi.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λαγγίτα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαγγίτα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.