λαγνεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαγνεία λαγνείες
γενική λαγνείας λαγνειών
αιτιατική λαγνεία λαγνείες
κλητική λαγνεία λαγνείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαγνεία < αρχαία ελληνική λαγνεία < λαγνεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαγνεία θηλυκό

  • κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος δεν ελέγχει τις σεξουαλικές του επιθυμίες

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]