λαγουδέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαγουδέρα λαγουδέρες
γενική λαγουδέρας λαγουδέρων
αιτιατική λαγουδέρα λαγουδέρες
κλητική λαγουδέρα λαγουδέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαγουδέρα < λαγούδι + -έρα < μεσαιωνική ελληνική λαγούδιν / λαγούδιον < λαγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαγουδέρα θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ραβδί με το οποίο κυνηγούσαν άλλοτε τους λαγούς
  2. (ναυτικός όρος) μεταλλικό ή ξύλινο στέλεχος του πηδαλίου μιας βάρκας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δοιάκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]