λαγχάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

λαγχάνω

(καθαρεύουσα)

δείτε τη λέξη  λαχαίνω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαγχάνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lak

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. παίρνω με κλήρο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]