λαδικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | λαδικό | τα | λαδικά |
| γενική | του | λαδικού | των | λαδικών |
| αιτιατική | το | λαδικό | τα | λαδικά |
| κλητική | λαδικό | λαδικά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαδικό < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαδικό ουδέτερο
- (κουζινικά) σκεύος με το οποίο ρίχνουμε λάδι σε φαγητό, το ροΐ ή ρογί
- εργαλείο για να ρίξουμε μικρή ποσότητα λαδιού ή λιπαντικού σε εξαρτήματα μηχανής
- φλύαρη και κουτσομπόλα γυναίκα
- ※ Το λαδικό μπροστά έστησε αυτί (Βούλα Μάστορη, Ένα-Ένα-Τέσσερα, εκδ. Πατάκης, 2025)
- ※ Λαδικό 1) (τὸ) = τὸ μπουκάλι ποὺ βάζουν τὸ λάδι .. 2) Οἱ γριές, ἀπὸ τὸ στάλαγμα τῆς μύτης των, ποὺ σταλάζει στὰ γεράματα ἀπὸ τὸ κρύο, σὰν τοῦ λαδιοῦ τὸ μπουκάλι. -Τὰ λαδικὰ πάλ ' μαζώχκαν (Θρακικά, εκδ. Θρακικό Κέντρο, 1929, σελ. 465)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κουζινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Εργαλεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)