Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαδικό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λαδικό τα λαδικά
      γενική του λαδικού των λαδικών
    αιτιατική το λαδικό τα λαδικά
     κλητική λαδικό λαδικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
λαδικό με λάδι ελιάς για το φαγητό
λαδικό (για λάδωμα εξαρτημάτων μηχανής)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαδικό < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαδικό ουδέτερο

  1. (κουζινικά) σκεύος με το οποίο ρίχνουμε λάδι σε φαγητό, το ροΐ ή ρογί
      Το λαδορρόϊλαδικό εἶναι τὸ ἐκ λευκοσιδήρου ὑπὸ τῶν φανοποιῶν κατασκευαζόμενον ἀγγεῖον, ἔνθα τίθεται τὸ ἔλαιον, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰ φαγητά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925)
     συνώνυμα:  λαδορρόϊ
  2. εργαλείο για να ρίξουμε μικρή ποσότητα λαδιού ή λιπαντικού σε εξαρτήματα μηχανής
     συνώνυμα:  λαδωτήρι
  3. φλύαρη και κουτσομπόλα γυναίκα
      Το λαδικό μπροστά έστησε αυτί (Βούλα Μάστορη, Ένα-Ένα-Τέσσερα, εκδ. Πατάκης, 2025)
      Λαδικό 1) (τὸ) = τὸ μπουκάλι ποὺ βάζουν τὸ λάδι .. 2) Οἱ γριές, ἀπὸ τὸ στάλαγμα τῆς μύτης των, ποὺ σταλάζει στὰ γεράματα ἀπὸ τὸ κρύο, σὰν τοῦ λαδιοῦ τὸ μπουκάλι. -Τὰ λαδικὰ πάλ ' μαζώχκαν (Θρακικά, εκδ. Θρακικό Κέντρο, 1929, σελ. 465)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]