λαδομπογιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαδομπογιά λαδομπογιές
γενική λαδομπογιάς λαδομπογιών
αιτιατική λαδομπογιά λαδομπογιές
κλητική λαδομπογιά λαδομπογιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαδομπογιά < λάδι + -ο- + μπογιά (< τουρκική boya)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαδομπογιά θηλυκό

  1. μπογιά που την παρασκευάζουμε με διάφορα έλαια και χρωστικές προσμείξεις
  2. ζωγραφικό έργο που δημιουργείται με την παραπάνω μπογιά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]