λαδωτήρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : λαδοτύρι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαδωτήρι λαδωτήρια
γενική λαδωτηριού λαδωτηριών
αιτιατική λαδωτήρι λαδωτήρια
κλητική λαδωτήρι λαδωτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαδωτήρι < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ðɔ.ˈti.ɾi/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαδωτήρι ουδέτερο

  1. εργαλείο ή σκεύος που χρησιμοποιείται για λάδωμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]